ΤΕΤΑΡΤΗ

ad vigilias albas

– Γιατί δε βραδιάζει;

– Κοίταξε αν θέλεις, κάπου θα βγήκε το νέο φεγγάρι.

– Όλοι κοιτάζουν τι θα κάνεις

κι εσύ κοιτάζεις τα πλήθη που σε κοιτάζουν

οι ματιές γράφουν ένα κύκλο στενό που δεν μπορεί να σπάσει. 

Αν γεννηθεί κάποιος ο κύκλος θα πλατύνει

αν πεθάνει κάποιος ο κύκλος θα στενέψει

αλλά τόσο λίγο, για τόσο λίγο. 

Κι οι τέσσερις άλλες αισθήσεις ακολουθούν την ίδια γεωμετρία.

Αν αγαπούσαμε θα ‘σπαζε ο κύκλος,

Θα κλείναμε τα βλέφαρα μια στιγμή.

Αλλά δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε.

Ήταν ωραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες πού να κοιτάζεις

κι όταν είπες να φύγουμε γιατί άρχισε να σκοτεινιάζει,

γύρισες και με κοίταξες στα μάτια και μια νυχτερίδα

πέταξε γράφοντας τρίγωνα…

Ξανάρχισε πάλι το γραμμόφωνο.

Οι νυχτερίδες οι δικές μας τώρα

γράφουνε κύκλους που στενεύουν όσο πετάνε

από τον άνθρωπο στον άνθρωπο στον άλλον άνθρωπο

κανείς δεν ξεφεύγει

κι η ζωή είναι πλούσια γιατί είμαστε πολλοί

κι όλοι μας ίδιοι

κι η ζωή είναι πλούσια γιατί βρήκαμε τελειοποιημένα μηχανήματα

όταν οι αισθήσεις παρακμάζουν.

Αδέρφια, μοιραστήκαμε το ψωμί και τον πόνο.

Κανένας δεν πεινά, δεν υποφέρει πια κανένας

κι έχουμε όλοι μας το ίδιο ανάστημα. Κοιτάχτε μας!

Σας κοιτάζουμε. Κι εμείς! Κι εμείς! Κι εμείς!

Δεν είναι τίποτα παραπέρα.

– Όμως τη θάλασσα δεν ξέρω να την έχουν εξαντλήσει.

Αγαπώ το Γιώργο Σεφέρη. Είναι ο λόγος που έγινα φιλόλογος (ίσως και μεταφράστρια με έναν περίεργο τρόπο). Ήταν ο πρώτος ποιητής που διάβασα όλα του τα ποιήματα σαν μυθιστόρημα! Το παραπάνω είναι από τις Σημειώσεις για μία εβδομάδα και είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ποιήματά του, που μιλάει για τις λευκές νύχτες του Βορρά και το θέμα που επανέρχεται στην ποίησή του, «την αγωνία της μέρας που δεν μπορούσε να ξεψυχήσει». Θα μπορούσε να έχει γραφτεί σήμερα.

dsc1598-2